ἑκατονταρχία

ἑκᾰτοντ-αρχία, ,
A post of a centurion, Onos.34.2(pl.), D.C.78.5.
II centurion's command, century, J.BJ3.6.2, Ph.2.33 (pl.).
2 body of 128 light-armed troops, Ascl.Tact.6.3, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκατονταρχία — ἑκατονταρχίᾱ , ἑκατονταρχία post of a centurion fem nom/voc/acc dual ἑκατονταρχίᾱ , ἑκατονταρχία post of a centurion fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταρχίᾳ — ἑκατονταρχίᾱͅ , ἑκατονταρχία post of a centurion fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατονταρχία — Μονάδα πολιτικής υποδιαίρεσης των ρωμαϊκών τάξεων. Οι πολίτες που ανήκαν στην τάξη αυτή είχαν διάφορα δικαιώματα και καθήκοντα, όπως η στρατιωτική θητεία, η ψηφοφορία, η φορολογία κ.ά. Την εποχή του Σέρβιου Τύλιου οι πέντε ρωμαϊκές τάξεις… …   Dictionary of Greek

  • ἑκατοντάρχια — ἑκατοντάρχιον eye salve neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταρχίας — ἑκατονταρχίᾱς , ἑκατονταρχία post of a centurion fem acc pl ἑκατονταρχίᾱς , ἑκατονταρχία post of a centurion fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταρχίαι — ἑκατονταρχίᾱͅ , ἑκατονταρχία post of a centurion fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταρχίαν — ἑκατονταρχίᾱν , ἑκατονταρχία post of a centurion fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταρχίαις — ἑκατονταρχία post of a centurion fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατόνταρχος — Αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού που διοικούσε μία εκατονταρχία (βλ. λ.). Διακριτικό σύμβολο των ε. ήταν ένα κλήμα αμπελιού. Οι καλύτεροι από αυτούς διορίζονταν διοικητές της πρώτης εκατονταρχίας της πρώτης κοόρτεως. Όσοι από τους ε. δεν ήταν… …   Dictionary of Greek

  • στρατοκήρυξ — ήρυκος, ὁ, Α 1. στρατιωτικός κήρυκας, κήρυκας στρατού ή στρατοπέδου 2. α) ένας από τους πέντε εκτάκτους, δηλαδή τους αποσπασμένους σε ειδική υπηρεσία, που ήταν προσκολλημένος στην πρώτη τάξη ή στο πρώτο σύνταγμα στρατιωτών β) καθένας από τους… …   Dictionary of Greek

  • ՀԱՐԻՒՐԱՊԵՏՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 0062 Chronological Sequence: Unknown date գ. ἐκατονταρχία centurionatus. Պատիւ եւ իշխանութիւն հարիւրապետաց. *Զհարիւրապետութեան պատիւ ընկալեալ ʼի թագաւորացն. ՃՃ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.